δόρυ


δόρυ
копьё

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "δόρυ" в других словарях:

  • δόρυ — stem neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δόρυ — Μακρύ κοντάρι με αιχμηρό άκρο, που το χρησιμοποίησαν ως όπλο οι λαοί της αρχαιότητας και είναι διαδεδομένο ακόμα και σήμερα σε πρωτόγονες φυλές. Για να έχει πιο αποτελεσματική και μακρόχρονη χρήση, το άκρο του δ. ήταν ενισχυμένο, από πολύ παλιά,… …   Dictionary of Greek

  • δόρυ — το, ατος αρχαίο πολεμικό όπλο που αποτελούνταν από ξύλινο κοντάρι και μεταλλική αιχμή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σάρισα — Δόρυ της μακεδόνικης φάλαγγας. Είχε μήκος 5 6 μέτρων και αιχμή μήκους 10 εκ. Κατασκευαζόταν από στερεό ξύλο κρανέας. Τη σ. καθιέρωσε ο βασιλιάς της Μακεδονίας Φίλιππος B’. * * * η, ΝΜΑ, και σάριττα Μ (στην αρχ. Ελλ.) μακρύ δόρυ, μήκους 6 περίπου… …   Dictionary of Greek

  • δοράτεσσι — δόρυ stem neut dat pl (epic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δοράτεσσιν — δόρυ stem neut dat pl (epic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δοράτων — δόρυ stem neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δορί — δόρυ stem neut dat sg (attic) δορίς sacrificial knife fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δορός — δόρυ stem neut gen sg (attic) δορός leathern bag masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δουράτων — δόρυ stem neut gen pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δουρί — δόρυ stem neut dat sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)